ακροβολίζομαι

ακροβολίζομαι
воен.
1) перестреливаться издалека, вести дальнюю перестрелку; 2) рассыпаться, рассредоточиваться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ακροβολίζομαι" в других словарях:

  • ακροβολίζομαι — ακροβολίζομαι, ακροβολίστηκα, ακροβολισμένος βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ακροβολίζομαι — (Α ἀκροβολίζομαι) [ἀκρόβολος] νεοελλ. (Στρατ.) 1. αναπτύσσομαι σε αραιή τάξη ή φάλαγγα (βλ. ακροβολισμός) 2. ανταλλάσσω με τον εχθρό δοκιμαστικούς και αραιούς πυροβολισμούς προτού εμπλακώ σε κανονική μάχη, αψιμαχώ αρχ. 1. μάχομαι από μακριά,… …   Dictionary of Greek

  • ακροβολίζομαι — ίστηκα, ισμένος 1. αψιμαχώ: Για κάμποση ώρα οι δυο αντίπαλοι ακροβολίζονταν. 2. τοποθετώ τους στρατιώτες που διαθέτω αραιά, για να μη δίνω στόχο στον αντίπαλο: Ακροβολίστηκαν και περίμεναν τον εχθρό να πλησιάσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκροβολιζομένων — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid fem gen pl ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολιζέσθων — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres imperat mid 3rd pl ἀκροβολίζομαι throw from afar pres imperat mid 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολισάμενον — ἀκροβολίζομαι throw from afar aor part mid masc acc sg ἀκροβολίζομαι throw from afar aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολιζομένης — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολιζομένοις — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολιζομένους — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολιζόμενοι — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκροβολιζόμενος — ἀκροβολίζομαι throw from afar pres part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»